Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ta nea. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ta nea. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Από τα ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ

Αφησε τα καράβια για να ζήσουν μαζί


Εχουν αρκετά κοινά στοιχεία. Και πρώτα απ' όλα το όνομά τους. Δημήτρης εκείνος, Δήμητρα εκείνη. Είναι και οι δύο 26 χρονών, αγαπούν τις καταδύσεις και το καλό φαγητό. Το δεύτερο μάλιστα σχετίζεται άμεσα με τη δουλειά τους.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η Δήμητρα το 2005 πέρασε στη Σχολή Δημόσιας Υγείας στην Αθήνα. Αυτός ήταν και ο λόγος που άφησε την οικογένειά της και την όμορφη Φλώρινα, όπου έχει μεγαλώσει, και ήρθε στην πρωτεύουσα. Η προσαρμογή στην πόλη ήταν αρκετά δύσκολη, γιατί είχε συνηθίσει σε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής στην επαρχία. Ετσι κάθε Σαββατοκύριακο πηγαινοερχόταν Αθήνα - Φλώρινα μέχρι που σιγά σιγά προσαρμόστηκε, έκανε καινούργιες παρέες και άρχισε να συνηθίζει. Εναν χρόνο μετά μετακόμισε και η υπόλοιπη οικογένειά της στην Αθήνα με αφορμή ένα κρεοπωλείο που άνοιξαν στη Νέα Μάκρη.
Η πρώτη φορά που ο Δημήτρης συνάντησε τη Δήμητρα ήταν το 2007 στο Ναύπλιο. Εκείνη είχε πάει για το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος μαζί με τους φίλους της και εκείνος ήταν γνωστός ενός από τους συμφοιτητές της. Πέρασαν αρκετοί μήνες που έβγαιναν όλοι μαζί,  μέχρι που ο Δημήτρης ένα βράδυ της έστειλε μήνυμα στο κινητό και της πρότεινε να βγουν μόνο οι δυο τους. Κάπως έτσι ξεκίνησε η σχέση τους.

«Ο Δημήτρης είναι άνθρωπος νευρικός και ταυτόχρονα πολύ ευαίσθητος. Είναι εργατικός και επίμονος στη δουλειά του. Κοινωνικός, αλλά κατά βάθος πολύ κλειστός χαρακτήρας», λέει η Δήμητρα, σε αντίθεση με εκείνη που είναι αυθόρμητη, ενθουσιώδης, δυναμική, απαιτητική και πεισματάρα. Ο Δημήτρης δεν της χαλάει ποτέ χατίρι και κάθε φορά της λέει: «Για όλα αυτά σ' αγαπώ».
Υστερα από δέκα μήνες σχέσης, ο Δημήτρης αναγκάστηκε να φύγει εκπαιδευτικό ταξίδι με τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων όπου σπούδαζε για καπετάνιος. Με αφετηρία τη Βραζιλία, θα γύριζε όλο τον κόσμο. Για οκτώ μήνες η σχέση τους πέρασε τη μεγαλύτερη δοκιμασία. Η επικοινωνία ήταν δύσκολη, μιλούσαν τηλεφωνικά μέσω δορυφόρου, πράγμα το οποίο τους κόστισε όχι μόνο οικονομικά αλλά και ψυχολογικά. Η απόσταση και η δυσκολία της κατάστασης τελικά λειτούργησαν θετικά. Ο Δημήτρης πήρε κάποιες σημαντικές αποφάσεις που αφορούσαν την κοινή τους ζωή.



Στις 28 Νοεμβρίου 2008, μια μέρα πριν από τα γενέθλια της Δήμητρας, στις δέκα το βράδυ, χτύπησε το κουδούνι στο σπίτι της. Ανοιξε την πόρτα και είδε τον Δημήτρη. Δεν το πίστευε, αφού της είχε πει ότι θα ερχόταν πέντε μέρες αργότερα. Η στιγμή ήταν πολύ φορτισμένη συναισθηματικά. Εκείνος είχε γυρίσει αποφασισμένος να παρατήσει τη σχολή του. «Δεν πρόκειται να σε ξαναφήσω ποτέ στη ζωή μου», της είπε. Και αυτό έγινε. Το επόμενο βήμα ήταν να γνωρίσει τους γονείς της.
Επειτα από λίγο καιρό έπρεπε και πάλι να φύγει για τη στρατιωτική του θητεία. Πέρασαν άλλοι δώδεκα μήνες εξ αποστάσεως, που βέβαια δεν ήταν τίποτα μπροστά στις προηγούμενες φουρτούνες. Μόλις απολύθηκε, ξεκίνησε να δουλεύει ως κρεοπώλης στο πλευρό του πατέρα της, ο οποίος είναι και ο άνθρωπος που τους έχει στηρίξει πολύ και ό,τι έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα το οφείλουν σε εκείνον.
Κάθε μέρα ο Δημήτρης της υπενθύμιζε ότι ήθελε να γίνει γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του. Θέλουν και οι δύο να κάνουν πολλά παιδιά και μια σωστή οικογένεια με αρχές. Ακριβώς όπως μεγάλωσαν και οι ίδιοι.
Εναν χρόνο μετά άνοιξαν το δικό τους κρεοπωλείο στην Αγία Παρασκευή. Η σταθεροποίηση της δουλειάς τους ήταν η αφορμή να πάρουν την απόφαση να ορίσουν και την ημερομηνία του γάμου. Η οικογένειά του στάθηκε δίπλα στον Δημήτρη σε αυτή την απόφαση.
Επέλεξαν μια λευκή εκκλησία στο Μάτι της Νέας Μάκρης, όπου τους στεφάνωσαν ο πνευματικός τους πατέρας, πατήρ Ιωάννης και ο πατήρ Νικόλαος, ο σύζυγος της Ευθυμίας, δεύτερης αδελφής τής Δήμητρας.



Η οργάνωση του γάμου ήταν μια ευχάριστη εμπειρία, καθώς στο πλευρό της είχε συνεχώς τη μεγαλύτερη αδελφή της, τη Ζαχαρούλα, στην οποία χρωστάει πολλά. Οχι μόνο για όσα έχει κάνει για εκείνη, αλλά για το δώρο που της χάρισε. Το πρώτο της ανιψάκι το οποίο και λατρεύει. Παρά την προχωρημένη της εγκυμοσύνη ήτανε πλάι της σε όλες τις στιγμές ξεκινώντας φυσικά από την επιλογή του νυφικού, όπου ύστερα από αρκετούς δειγματισμούς κατέληξαν σε ένα νυφικό γαλλικού οίκου με δαντέλα και μακρύ πέπλο. Το στοιχείο του ρομαντισμού κυριαρχούσε σε όλη τη διακόσμηση, με λευκές δαντέλες και  σατέν κορδέλες στο χρώμα της άμμου, φανάρια και στολισμένα με λευκές ορτανσίες  κηροπήγια, πράσινα μήλα και πολλές βίντατζ νότες. Η νύφη έφτασε στην εκκλησία με ένα λευκό αυτοκίνητο - αντίκα και η ανθοδέσμη της ήταν από λευκές και ροζ παιωνίες. Στο ίδιο στυλ ήταν και τα προσκλητήρια, οι μπομπονιέρες, το βιβλίο ευχών, τα ευχαριστήρια καρτελάκια καθώς και όλο το τραπέζι των ευχών. Ο πρώτος τους χορός ήταν το τραγούδι του Στέλιου Ρόκκου «Εμεινα εδώ» για να τους θυμίζει την απόφαση του Δημήτρη να εγκαταλείψει τα καράβια και να μείνει κοντά της.
Ο γάμος τους έγινε σύμφωνα με τις παραδόσεις και τα έθιμα της Φλώρινας που εντυπωσίασαν όλους τους καλεσμένους. Χόρεψαν τον γαμπρό μέσα στο ταψί ως μια ιδέα για το τι έπεται στον έγγαμο βίο του και έκοψαν την παραδοσιακή μπουγάτσα, όπου ο γαμπρός και η νύφη ανταγωνίζονται για το ποιος θα πάρει το μεγαλύτερο μερίδιο. Στη προκειμένη περίπτωση, το κέρδισε η Δήμητρα. Τέλος, η νύφη φόρεσε σε όλες τις συμπεθέρες μια παραδοσιακή ποδιά της Φλώρινας ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για το ζύμωμα της μπουγάτσας.
Κουμπάρος τους ήταν ο Λεωνίδας Μονέδας, παιδικός φίλος του Δημήτρη, που και αυτός συνέβαλε με το παραπάνω ώστε να είναι ο γάμος μια τόσο ευχάριστη εμπειρία. Λόγω της αδυναμίας και των δύο στις φωτογραφίες, έδωσαν μεγάλη προσοχή στην επιλογή του φωτογράφου. Επειτα από αρκετές συστάσεις επέλεξαν τον Πάνο Ρεκουνιώτη. 

Μαριλένα Θεοδωράκου  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 27/04/2013 08:00 | 

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Ζευγάρια που φωτογραφήσαμε στα ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ

Εξι μήνες κυνηγητό

Δυναμική και δεν «μασάει», αλλά ταυτόχρονα είναι και πολύ θηλυκή. Εμψυχώνει την παρέα, είναι όμως και λίγο νευρική. Εκείνος, χαμηλών τόνων και ήπιου χαρακτήρα, φέρνει την ισορροπία. Οπως λένε και οι δύο, «ο ένας συμπληρώνει τον άλλο».
Ο Νίκος και η Ολγα γνωρίστηκαν σε ένα κλαμπ στη Νέα Μάκρη, όπου είχαν πάει με τους φίλους τους για ποτό. Μέσα στον κόσμο η Ολγα δεν τον είχε προσέξει, εκείνος όμως την είχε σταμπάρει από την αρχή. Προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να την πλησιάσει, αλλά δεν ήξερε τι να της πει. Βρήκε την ευκαιρία όταν η Ολγα κάθησε στον καναπέ του μαγαζιού για να πάρει μια ανάσα από τον χορό. Την πλησίασε δειλά, αλλά δεν της μίλησε. Ετσι η Ολγα θεώρησε λογικό να τον ρωτήσει το όνομά του και αν είναι στην παρέα. «Χαίρω πολύ, Ολγα», του είπε. «Πολύ ωραίο όνομα, έτσι λένε και τη μαμά μου», της απάντησε εκείνος. Η Ολγα δεν ενθουσιάστηκε και πολύ με την απάντησή του και έτσι συνέχισε να πίνει το ποτό της.







Ο Νίκος δεν πτοήθηκε. Την επόμενη ημέρα ζήτησε από μια φίλη της να τη φέρει στο εστιατόριό του για φαγητό. Με το ζόρι την τράβηξε εκείνη μέχρι τη Νέα Μάκρη. Κουβέντιασαν περί ανέμων και υδάτων. Οι δύο φίλες έφυγαν κάποια στιγμή για Αθήνα, αλλά ο Νίκος είχε φροντίσει πρώτα να πάρει το τηλέφωνό της.
Στον δρόμο της επιστροφής, χτύπησε το κινητό της Ολγας δύο φορές, αλλά και τις δύο φορές έκλεισε. Πήρε πίσω να δει ποιος την κάλεσε, όμως και πάλι της το έκλεισαν. Φυσικά ήταν ο Νίκος, ο οποίος δεν έβρισκε το θάρρος να της μιλήσει. Σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να ξανασυναντηθούν μέσω φίλων. Ετσι βρέθηκαν και πάλι. Αυτή τη φορά η Ολγα κατάλαβε ότι εκείνος έψαχνε για σοβαρή σχέση. Από την πλευρά της δεν ήταν και τόσο σίγουρη για το τι ακριβώς ήθελε και θεώρησε ότι δεν έπρεπε να τον ξαναδεί. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να αντισταθεί και τον καληνύχτισε με ένα φιλί. Ο Νίκος όμως με αυτό το φιλί θεώρησε ότι πήρε το πράσινο φως και άρχισε τηλέφωνα, μηνύματα και ένα κυνηγητό που κράτησε ένα ολόκληρο εξάμηνο. 
 
Μέχρι που επιτέλους η Ολγα δέχτηκε να συναντηθούν. Ο Νίκος τής δήλωσε ότι  θέλει να είναι μαζί της. Εκείνη ωστόσο ήταν ακόμη διστακτική, παρόλο που είχε καταλάβει πόσο καλός ήταν. Χώρισαν αφού του υποσχέθηκε ότι στις 15 Αυγούστου, την ημέρα δηλαδή των γενεθλίων του, θα πήγαινε στη Νέα Μάκρη να τον δει. Και αυτή τη φορά πήγε για να μείνει. Ηταν η αρχή μιας σχέσης που αναπτύχθηκε ανάμεσα στη Νέα Σμύρνη, όπου τότε έμενε η Ολγα, και στη Νέα Μάκρη, όπου έμενε ο Νίκος. Ο πρώτος χρόνος της σχέσης τους επισφραγίστηκε με την πρόταση γάμου, η οποία έγινε τον Δεκαπενταύγουστο, ανήμερα δηλαδή τα γενέθλια του Νίκου.
Στο κλαμπ που είχαν πάει για να γιορτάσουν την επέτειο, της είπε: «Θα ήθελα να σε έχω στο πλάι μου, εσύ θέλεις;». Η Ολγα δεν ήξερε τι να πει, τα είχε χάσει, άρχισε να κλαίει. Κατάλαβε ότι τα πράγματα είχαν σοβαρέψει πολύ και το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό ήταν να πάρει τηλέφωνο τον πατέρα της: «Ο Νίκος μού έδωσε δαχτυλίδι. Τι να κάνω;», τον ρώτησε. Εκείνος της απάντησε ότι αυτός είναι ο άνδρας που θα παντρευτεί και έπρεπε να το είχε καταλάβει από καιρό. Αφού πήρε τη συγκατάθεση του μπαμπά της, λοιπόν, είπε το «ναι», αν και αποφάσισαν να περιμένουν έναν χρόνο, καθώς ετοίμαζαν το καινούργιο τους σπίτι.
 Λίγους μήνες πριν από την τελετή πήγαν σε μια έκθεση για μια αναγνωριστική ματιά. Εκεί βρήκαν ένα κατάστημα με περίεργες λαμπάδες, προσκλητήρια και μπομπονιέρες, ακριβώς όπως τα είχαν φανταστεί. Η ελιά ήταν το βασικό θέμα του γάμου και όλης της διακόσμησης. Ο Νίκος βρήκε ένα κοστούμι με φράκο, που θύμιζε ρούχο εποχής μαζί με τη μαγκουρίτσα και το ημίψηλο καπέλο, ενώ το νυφικό της Ολγας ήταν πολύ απλό, ένα λευκό φόρεμα με δαντέλα στο μπούστο.
Οι φίλοι τους ήταν κοντά τους, περισσότερο όμως από όλους τους βοήθησε η μητέρα του Νίκου. Χωρίς εκείνη δεν θα προλάβαιναν τίποτε, αφού μέχρι και την τελευταία εβδομάδα του γάμου δούλευαν και οι δύο. Δεν έχουν λόγια για να την ευχαριστήσουν. Ανάλογη ήταν και η βοήθεια του θείου Γιώργου που έχει την ταβέρνα «Ο Βασίλης» και επέμενε να τους διαθέσει τον χώρο για τη δεξίωση. Τους πρόσφερε και το αυτοκίνητό του, μια λευκή Κορβέτ, για να πάνε στην εκκλησία.
Η Ολγα έκανε δύο μπάτσελορ. Πρώτα πήγαν για φαγητό, μαζί με την πεθερά της, τη νύφη της και άλλα είκοσι άτομα από τις δύο οικογένειες. Το δεύτερο μπάτσελορ ήταν στα μπουζούκια με τις φίλες της, την ίδια ημέρα που ο Νίκος έκανε το δικό του πάρτι.
Τον γαμπρό συνόδεψαν στην εκκλησία βιολιά, ένα έθιμο που κρατάει από τη Μυτιλήνη, το νησί καταγωγής της μητέρας του. Φωτογράφος τους ήταν ο Πάνος Ρεκουνιώτης, που τον έκλεισαν αμέσως μόλις είδαν τη δουλειά του. Είχαν δύο κουμπάρες. Τη Σοφία,  παιδική φίλη της Ολγας από το σχολείο, και τη Γιώτα, που είχαν γνωρίσει σε ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη. Το ταξίδι του μέλιτος το κανόνισε ο Νίκος και το έκανε έκπληξη στην αγαπημένη του. Πήγαν κρουαζιέρα για δέκα ημέρες - Τυνησία, Μάλτα, Ιταλία και Ισπανία -, όπου έκαναν καινούργιους φίλους με τους οποίους κρατάνε ακόμα επαφή. 

 Μαριλένα Θεοδωράκου  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 15/03/2013 08:00 |